Page 28 - mag91
P. 28

MiΚΡες ιςΤοΡιες








                                  «Μελτέμι»






















               Για όλα φταίει εκείνο το μπλέ πουλόβερ                Είχα νοιώσει άβολα. Τον ήξερα ελάχιστα.
               και  ο ξαφνικός άνεμος, που δε λυπήθη-                'Απλωσα όμως το χέρι χαμογελώντας

               κε ούτε την άμμο που ξεσήκωνε, ούτε                   αχνά, τράβηξα το πουλόβερ πάνω μου
               κι εμάς.                                              και τυλίχτηκα σφιχτά.

               Ανατρίχιασα. Προσπαθούσα να διώξω                     Και η κουβέντα της παρέας συνεχίστη-
               απο πάνω μου ό,τι απόθεσε ο αέρας και                 κε... Μόνο που, από κείνη τη στιγμή και
               να στρώσω τα μαλλιά μου.                              πέρα δεν θυμάμαι τι λέγαμε.
   28 28       Σηκώθηκα να περπατήσω λίγο στην                       Εγώ μιλούσα; Εκείνος;

               άμμο, που κράταγε ακόμα τη ζέστη της                  Θυμάμαι μόνο τη μυρωδιά του πλεκτού,
               μέρας. Η θάλασσα φωτιζόταν αχνά από                   που μου 'δινε στοργή κι ένα αίσθημα

               ένα φεγγάρι που έκανε τα πρώτα δειλά                  πρωτόγνωρης ευφορίας.
               βήματα. Η εικόνα εκείνης της ίδιας θά-                Θυμάμαι πως, η νυχτα βρήκε την κάμαρα
               λασσας, να στραφταλίζει εκτυφλωτικά                   βαμμένη μπλέ. Το άρωμα του δικού του

               κάτω από τον ανελέητο ήλιο του Αυγού-                 κορμιού και των χεριών που άγγιζαν την
               στου με ζέσταινε. Πέρα απο την ακτή τα                πλάτη μου ανακατευόταν μ’ εκείνο της

               κάτασπρα σπίτια, κουρασμένα από τη                    θάλασσας και της αρμύρας.
               ζέστη της μέρας, έμοιαζαν να κοιμού-                  Ο ύπνος δεν ερχόταν. Η σκέψη μέτρα-
               νται.                                                 γε την απόσταση ανάμεσα σε μένα κι σ'

               Το φώς που τύφλωνε είχε χαθεί, κι ο                   εκείνον, και τα τζιτζίκια σκόρπαγαν μπλε
               άνεμος έμοιαζε να ζητάει το δικό του                  νότες, που έμπαιναν στην καρδιά μου.

               μερίδιο στο κορμί μου.                                Άρχισα να χωρίζω τις μέρες σε καλές και
               Δυό χέρια ακούμπησαν ξαφνικά τούς                     κακές, ανάλογα με τις συναντήσεις μας.
               ώμους μου. Στεκόταν πίσω μου κι                       Τόσοι άνθρωποι  γύρω μου, τόσες φω-

               έστρωνε στη γυμνή μου πλάτη ένα λε-                   νές, κι εγώ να ξεχωρίζω μόνο τον ήχο
               πτό μπλέ πουλόβερ.                                    της δικής του φωνής. Οι άλλοι, που ήταν

                      - Πάρτο είπε. Τυλίξου.                         γύρω μου βρισκόταν εκεί τυχαία. Εκεί-
               Ίσιωνε άγαρμπα και τρυφερά  μαζί, το                  νος επίτηδες.
               μπλε πουλόβερ, που μου 'χε προσφέρει.                 Πηγαίναμε στο καφενείο, όπως πάντα,
   23   24   25   26   27   28   29   30   31   32   33