Page 48 - mag 125
P. 48

ΘΑ ΕΠΙΖΗΣΩ





                                       micro STORIES                                    του Ειρηναίου Μαράκη


                                                                                     https://kivdilh-antioxeia.blogspot.com/







               dance. Just survive.»                                 ο καπνός γινόταν πιο έντονος, κο-

                      Ξύπνησε  ιδρωμένος  με  ελα-                   ντοστάθηκε. Σκέφτηκε για λίγο: θα
               φρύ  πυρετό  και  πόνους  στο  στο-                   μπορούσε  να  γυρίσει  πίσω.  Όχι

               μάχι. «Γαμημένη κονσέρβα» είπε.                       πως  είχε  κάπου  να  πάει,  φυσικά.

               Έμεινε ξαπλωμένος για ώρες, κοι-                      Θα μπορούσε απλώς να μείνει ακί-
               τώντας την οροφή, όπου το φως της                     νητος  ώσπου  να  γίνει  πέτρα.  Και

               μέρας ζωγράφιζε περίεργα σχέδια.                      ποιο το νόημα, άραγε; Και νεκρός,
               Δεν  ένιωθε  λυπημένος,  ούτε  θυ-                    πέτρα θα γίνονταν και χώμα. Προ-

               μωμένος.  Ούτε  αισιόδοξος.  Ήταν                     φανώς,  μπορούσε  και  να  συνεχί-
               απλώς… εκεί. Και αυτό είχε αρχίσει                    σει.  Όχι  από  θάρρος  ή  συνήθεια.

               να του αρκεί. Την τρίτη μέρα, περ-                    Απλώς επειδή… μπορούσε. Σήκω-
               πατώντας δίπλα σε μια παμπάλαια                       σε  το  βλέμμα.  Ένα  σύννεφο  είχε

               αλλά  ξεραμένη  ελιά,  είδε  καπνό                    πάρει το σχήμα του κεφαλιού της
               στον ορίζοντα. Μια άλλη καλύβα,                       μητέρας  του.  Ή  του  Θεού.  Ή  και

               ίσως. Ή φωτιά από ανθρώπους. Ή                        των δυο. Μα δεν πίστευε σε κανέ-
   48
               κάποια παγίδα. Δεν είχε σημασία.                      ναν.  Χαμογέλασε  και  έβγαλε  από

               Άρχισε να βαδίζει προς τα εκεί. Το                    την κωλότσεπη τον ελβετικό σου-
               πλευρό  του  πονούσε  λιγότερο  ή,                    γιά του.

               ίσως, το είχε συνηθίσει.
                                                                         «Σιγά μη σωθούμε», είπε χαμη-
                      Σταμάτησε για λίγο. Σκούπισε                   λόφωνα,  με  εκείνη  την  ειρωνεία

               βιαστικά  το  στρώμα  σκόνης  από                     που τον είχε κάνει κάποτε γνωστό.
               τα  μαλλιά  του,  χάιδεψε  τα  σκλη-                  «Αλλά  προς  το  παρόν…  ναι.  Θα

               ρά γένια στο πρόσωπο, αυτός που                       επιζήσω».  Κι  έκανε  δυο  βήματα
               ήταν  πάντα  καλοξυρισμένος,  όχι

               από καπρίτσιο αλλά από υποχρέω-                       μπροστά.  Σιωπηλά.  Σταθερά.  Σαν
               ση. Εδεσε το τρύπιο παπούτσι του                      ζωντανός νεκρός.

               με ένα καλώδιο φορτιστή που είχε
               στο σακίδιο. «Ορίστε, τουλάχιστον

               κάποια τεχνολογία φάνηκε χρήσι-
               μη», μονολόγησε. Η ζωή, σκέφτηκε

               στη συνέχεια, είναι μια σειρά από
               φτηνά αξεσουάρ που αρνείσαι να

               πετάξεις.

                   Την ώρα που ο ήλιος έγερνε και
   43   44   45   46   47   48   49   50   51   52   53