Page 47 - mag 125
P. 47

του Ειρηναίου Μαράκη


                                                                                   https://kivdilh-antioxeia.blogspot.com/







               θύρισε και αφέθηκε ξανά στη σιω-                      φε μόνο «Προς»... Κι ίσως αυτό να

               πή.                                                   ήταν  αρκετό.  Μερικά  χιλιόμετρα
                                                                     παρακάτω  εντόπισε  μια  καλύβα,

                                                                     στημένη εκεί που κάποτε ήταν ένα
                                      Β’
                                                                     καφέ με φτηνά σάντουιτς κι εφη-
                      Το  ξημέρωμα  ήρθε  αθόρυ-                     μερίδες.  Έστεκε  όρθια,  περισσό-

               βα.  Ο  Σώτος  σηκώθηκε  δύσκολα,                     τερο σαν μαυσωλείο αφιερωμένο
               μα σηκώθηκε. Η φανέλα του είχε                        στη  μνήμη  μιας  μεγάλης  προσω-

               κολλήσει  πάνω  στην  πληγή  σαν                      πικότητας παρά σαν ένα πρόχειρο,

               δεύτερο δέρμα. Κάθε ανάσα ήταν                        βιαστικά  κατασκευασμένο  κατά-
               καρφί  στο  λαιμό  του.  Τα  πόδια                    λυμα. Μέσα, σε μια κατσαρόλα με

               του  έτρεμαν  αλλά  μπορούσε  να                      σπασμένα  χερούλια,  βρήκε  υπο-
               περπατήσει. Το κασετόφωνο ήταν                        λείμματα  φαγητού.  Κάποιος  είχε

               ακόμα εκεί, παραμορφωμένο, σαν                        περάσει από εκεί. Κάποιος σαν αυ-
               κρανίο  που  το  πάτησε  φορτηγό.                     τόν. Ή και ο ίδιος, σε άλλη εποχή.

               Το  πλησίασε,  το  κοίταξε  με  μια                          Άναψε φωτιά. Το μπράντι τε-                         47

               κάποια  τρυφερότητα  κι  ύστερα                       λείωσε.  Βρήκε  μια  κονσέρβα  φα-
               το έθαψε πρόχειρα κάτω από μια                        σόλια που έγραφε «BEST BEFORE

               λαμαρίνα. «Σου αξίζει καλύτερα»,                      04/2023». Την έφαγε χωρίς να ρω-
               του  είπε.  Ύστερα  έβαλε  τον  σάκο                  τήσει τον χρόνο αν του το επιτρέ-

               στην πλάτη, βρήκε ένα γερό ξύλο                       πει.  Άλλωστε,  δεν  είχε  καμία  ση-
               σαν μπαστούνι και ξεκίνησε. Χωρίς                     μασία. Τη νύχτα, ονειρεύτηκε μια

               κατεύθυνση.  Με  μοναδικό  σκοπό                      παραλία.  Και  η  αλήθεια  είναι  ότι

               να  απομακρυνθεί  από  τα  σκυλιά,                    είχε καιρό να δει θάλασσα. Μέχρι
               τη μυρωδιά του φόβου και το σπα-                      τον πόλεμο, όλες οι παραλίες ήταν

               σμένο του πλευρό.                                     πλέον σε ξένα χέρια, απροσπέλα-

                      Ο δρόμος δεν ήταν πια όπως                     στες  για  τους  φτωχούς.  Το  νερό

               πριν. Και το «πριν» δεν ήταν παρά                     ήταν  μπλε,  καθαρό,  και  η  Γκλό-
               δυο-τρεις μήνες πίσω. Κάτι ανάμε-                     ρια  Γκέινορ  φορούσε  ένα  χρυσό

               σα σε ξεχασμένο μονοπάτι και στην                     μαγιό.  Του  έκανε  νόημα  να  χορέ-
               κοίτη  ενός  ξεραμένου  ποταμού.                      ψουν, αλλά εκείνος δεν μπορούσε

               Βρήκε  μια  κατεστραμμένη  πινα-                      να σηκωθεί. Το στήθος του έσταζε.

               κίδα.  Κάποτε  έγραφε  «Προς  Σού-                    Κι εκείνη, σαν να το ήξερε, του ψι-
               δα» ή »Προς Χανιά». Τώρα έγρα-                        θύρισε:  «You’re  not  supposed  to
   42   43   44   45   46   47   48   49   50   51   52