Page 58 - mag_130
P. 58

ΜΙΚΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

                Θαλασσινό νερό








               Αναζητούσε την καλύτερη φίλη της,                     Δούλευε και έτρεχε στα μαθήματα.
               αυτήν που την άκουγε πάντα και

               της απαντούσε στη δική τους γλώσ-                     Οι μέρες έμοιαζαν μεταξύ τους.
               σα. Ήθελε να πάει κοντά της μα δεν                    Κουβαλούσε δίσκους, βιβλία, σα-

               μπορούσε πια. Έτσι της ζητούσε να                     κούλες.  Τα  βράδια  κουβαλούσε
               έρθει εκείνη δίπλα της. Λαχταρού-                     χρώματα. Ζωγράφιζε. Δεν ήξερε

               σε να μιλήσει με την θάλασσα.                         άλλον τρόπο για εκφραστεί και να
                                                                     αναπνέει.

               Η θάλασσα ήταν η πρώτη της μνή-
               μη.                                                   Ερωτεύτηκε έναν άντρα με μάτια

               Ένα μικρό κορίτσι έτρεχε ξυπόλυ-                      γεμάτα υποσχέσεις.
               το στην άκρη του κύματος. Έπεφτε,                     Οι υποσχέσεις πέθαναν γρήγορα.

               σηκωνόταν, γελούσε. Έκτιζε πύρ-                       «Θα γίνουμε τρεις», του είπε μια
               γους στην άμμο κι έσκαβε βαθειά                       μέρα. Την κοίταξε σαν να του ανα-

               πηγάδια. Κάθε κύμα της τραβούσε                       κοίνωσε μια συμφορά.
   58          την άμμο κάτω από τα πόδια. Η για-                    Έφυγε χωρίς φωνές.

               γιά της είχε πει  «Ετσι είναι η ζωή.                  Οι  μεγαλύτερες  εγκαταλείψεις  γί-
               Να σε τραβάει και να ξαναρχίζεις.»                    νονται αθόρυβα.



               Μεγάλωσε γρήγορα.                                     Έμεινε με μια μικρή αγκαλιά κι

               Κατάλαβε  πως  κάποιοι  άνθρωποι                      έναν κόσμο που ζητούσε συνέχεια
               μιλούν πολύ όταν δεν έχουν τίποτα                     χρήματα. Το πρωί ζωγράφιζε στον

               να πουν.                                              δρόμο. Πρόσωπα άγνωστα. Του-
                                                                     ρίστες που χαμογελούσαν για λίγα

               Νεαρή γυναίκα ήταν όταν αγάπησε                       λεπτά και χάνονταν. Το βράδυ έκα-
               τη θάλασσα. Έπαιρνε καθημερινά                        νε όποια δουλειά έβρισκε. Καθά-

               τον  δρόμο  για  την  ακτή.  Καθόταν                  ριζε. Σέρβιρε. Τακτοποιούσε ξένες
               στα  βράχια,  όπου  έσκαγε  το  κύμα                  ζωές για να κρατήσει όρθια τη δική

               μέχρι να νυχτώσει. Κάποιες φορές                      της.
               συζητούσαν για ώρες. Άλλες φορές

               η σιωπή και η αρμύρα της αρκού-                       Δεν παραπονέθηκε.
               σαν.                                                  Η φτώχεια δεν αγαπά τις μεγάλες

                                                                     κουβέντες.
               Ύστερα δουλειά.                                       Όταν λύγιζε, πήγαινε στη θάλασσα.

               Αποφάσισε να σπουδάσει .                              Καθόταν ώρες χωρίς να μιλά.
   53   54   55   56   57   58   59   60   61   62   63