Page 35 - mag_130
P. 35
Γράφει ο Nίκος Σαραντάκος
https://sarantakos.wordpress.com/2026/06/29/lepus/
διήγησις για τον λαγό. Όταν ήμουν που σε αυτούς είναι πάρα πολλά τα
στο γυμνάσιο, έβρισκα πολύ αστείο ζώα αυτά.
το μίνι ανέκδοτο «Πώς θα πιάσουμε Τώρα είναι πάρα πολλά παντού, διό-
έναν λαγό; Θα μιμηθούμε τη φωνή τι πολλαπλασιάζονται πολύ γρήγορα.
του καρότου». Είχαμε βάλει έναν καιρό στην ταρά-
Είπαμε για τον λαγό, να πάμε και στο τσα και από το αρχικό ζευγάρι σε λί-
ξαδερφάκι του, το κουνέλι. Ο Λινναί- γους μήνες είχε προκύψει ολόκληρο
ος το είχε κατατάξει στο ίδιο είδος τάγμα, μέχρι που αρρώστησαν.
με τον λαγό αλλά επόμενοι φυσιοδί- Από εκεί και η παροιμιώδης έκφρα-
φες άλλαξαν την ταξινόμηση -τώρα ση «σαν τα κουνέλια», για κάποια
το κουνέλι θεωρείται ότι ανήκει μεν ομάδα που τα μέλη της πολλαπλασι-
στην ίδια οικογένεια με τον λαγό αλλά άζονται. Κουνέλες λένε τις Τσιγγάνες
σε άλλο γένος και είδος: Oryctolagus και τις μετανάστριες οι σκατόψυχοι
cuniculus. Από αυτό το cuniculus προ- συμπατριώτες μας. Κατά τα άλλα, τι-
ήλθε και το δικό μας κόνικλος, της ελ- μούν και σέβονται τους πολύτεκνους.
ληνιστικής εποχής λέξη, ενώ η λέξη Κουνέλια λέγονται πότε πότε στον 35
κουνέλι είναι νεότερο δάνειο από στρατό οι νέοι, ενώ κουνελάκια οι ευ-
το ιταλικό διαλεκτικό cunelo, πληθ. ειδείς κοπέλες όπως αυτές που συνό-
cuneli (coniglio στα στάνταρ ιταλικά). δευαν τον Χιου Χέφνερ του Πλεϊμπόι.
Ο λατινικός όρος πρέπει να είναι ιβη- Και το πνίγει το κουνέλι, έκφραση
ρικό δάνειο, διότι εκεί εμφανίστηκαν ομοφοβική ή για γυναίκα που πάει
τα κουνέλια όπως φαίνεται. Γράφει ο με όλους (εκτός από τον χαρακτηρίζο-
Κλαύδιος Αιλιανός ότι εμφανίστηκε ντα). Βέβαια, το «αχ κουνελάκι» είναι
κι ένας μικρός λαγός που δεν μεγα- παιδικό σουξέ εδώ και πολλές γενεές.
λώνει και λέγεται κόνικλος: Ο αξέχαστος ο φίλος μας ο Μπουκα-
Πέφυκε δὲ καὶ λαγὼς ἕτερος μικρὸς νιέρος, έναν καιρό που είχαν συσσω-
τὴν φύσιν, οὐδὲ αὔξεταί ποτε· κόνι- ρευτεί πολλές υποχρεώσεις και έτρε-
κλος ὄνομα αὐτῷ. οὔκ εἰμι δὲ ποιητὴς χαν προθεσμίες, μου είχε γράψει ότι
ὀνομάτων, ὅθεν καὶ ἐν τῇδε τῇ συγ- «αισθάνομαι σαν το αγριοκούνελο,
γραφῇ φυλάττω τὴν ἐπωνυμίαν τὴν ἐξ που με κυνηγάνε διάφοροι και τρέ-
ἀρχῆς, ἥνπερ οὖν ῎Ιβηρες οἱ ῾Εσπέριοι χω κι όλο τρέχω». Κι είχε παραφρά-
ἔθεντό οἱ, παρ’ οἷς καὶ γίνεται τε καὶ σει και το Αγριολούλουδο του Πυθα-
ἔστι πάμπολυς γόρα: Κι αν χιονίζει και αν βρέχει, τ’
Εγώ δεν φτιάχνω ονόματα, λέει, οπό- αγριοκούνελο θα τρέχει.
τε διατηρώ το αρχικό όνομα που
έβγαλαν στο ζώο οι Ίβηρες της Δύσης, Να τελειώσω έτσι.

