Page 57 - mag 127
P. 57

της Κατερίνας Γεμελιάρη











                                         ΜΙΑ ΦΩΝΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΥΠΑΡΙΣΣΙΑ



                            Ένα παράθυρο






                                      στο χθές…



















               Υπήρχε μια εποχή που ο χρόνος δεν                     να γυρίσει σπίτι, όταν έξω γραφό-

               κυλούσε, απλωνόταν. Σαν εκείνα τα                     ταν η ζωή;                                                 57
               καλοκαιρινά απογεύματα που δεν                        Τα τηλέφωνα είχαν βάρος, όχι μόνο
               τελείωναν ποτέ, που ο ήλιος έμοια-                    από  το  καλώδιο,  αλλά  από  την

               ζε να ξεχνά να δύσει και εμείς να ξε-                 αναμονή. Κάθε κουδούνισμα έκρυ-

               χνάμε να μεγαλώσουμε. Τα χρόνια                       βε μια πιθανότητα, κάθε “παρακα-
               από το 1998 μέχρι το 2004 δεν ήταν                    λώ;”  μια  μικρή  αγωνία.  Οι  λέξεις
               απλώς μια περίοδος, ήταν μια μι-

               κρή, αυτάρκης αιωνιότητα, ντυμέ-                      τότε  δεν  ήταν  βιαστικές.  Ήθελαν

               νη με φως, γέλια και την ανεμελιά                     θάρρος,  ήθελαν  παρουσία.  Δεν
               που μόνο η νιότη ξέρει να χαρίζει.                    στέλνονταν, λέγονταν. Και ίσως γι’
                                                                     αυτό έμεναν.
               Οι  δρόμοι  τότε  είχαν  φωνή.  Δεν

               ήταν σιωπηλοί, δεν ήταν βιαστικοί.                    Και  κάπου  ανάμεσα  σε  κασέτες
               Αντηχούσαν από πατήματα βιαστι-                       που μπερδεύονταν και CD που γρα-

               κά, από μπάλες που χτυπούσαν σε                       τζουνιόντουσαν, η μουσική γινόταν
               τοίχους, από γέλια που ξεχύνονταν                     καταφύγιο. Όχι απλώς ήχος, αλλά

               χωρίς  ντροπή.  Τα  απογεύματα  ξε-                   μνήμη. Κάθε τραγούδι μια ιστορία,
               κινούσαν πάντα με μια υπόσχεση,                       κάθε στίχος ένα μυστικό που νομί-

               “θα κατέβω για λίγο”, και κατέλη-                     ζαμε  πως  μόνο  εμείς  καταλαβαί-

               γαν σε μια μικρή επανάσταση ενά-                      νουμε. Τα ακούγαμε ξανά και ξανά,
               ντια στο χρόνο. Γιατί ποιος ήθελε                     όχι  για  να  περάσει  η  ώρα,  αλλά
   52   53   54   55   56   57   58   59   60   61   62