Page 41 - mag124
P. 41
του Ειρηναίου Μαράκη
θα πας, κάπου θα πέσεις πάνω σε
❝Η πολλή ομιλία κάποιον άνθρωπο. Δε θες φωτιά.
χαλάει τον άνθρωπο. Κουβέντα θες».
Αλλά η αφωνία… Έβαλα τον αναπτήρα στην τσέπη,
τον σακατεύει! όπως ακριβώς τον είχα πάρει, αλλά
❞ με κάτι διαφορετικό να βαραίνει
το ύφασμα.
κα φώτα πάνω στους στύλους. Και «Καληνύχτα» είπα.
τότε, χωρίς προειδοποίηση, στα- «Και καλό ξημέρωμα».
μάτησε στην άκρη. Βγήκα έξω. Είχε μειωθεί η ένταση
«Φτάσαμε;» ρώτησα κάπως αφη- της βροχής, αν και το κρύο συνέ-
ρημένος. χιζε να τρυπάει τα πλευρά μου.
«Φτάσαμε. Εδώ δεν σου πέφτει Άκουσα την πόρτα να κλείνει και
μακριά, έτσι;» το αυτοκίνητο να ξεμακραίνει, με
«Όχι… εδώ είμαι. Μια χαρά! Ευχα- τα κόκκινα φώτα να διαλύονται σι-
ριστώ πολύ». γά-σιγά στο νερό. 41
Πλήρωσα, μού έκανε εντύπωση Έβαλα το χέρι στην τσέπη. Άγγιξα
πόσα λίγα έδωσα για μια τόσο με- τον αναπτήρα.
γάλη διαδρομή, και πήγα να ανοί- Κι εκεί, μέσα στο ψιλόβροχο και
ξω την πόρτα αλλά δίστασα για μια στη μυρωδιά του δρόμου, μου πέ-
στιγμή. Ένιωθα πως κάτι έπρεπε να ρασε από το μυαλό ότι ίσως ίσως
ειπωθεί, μια τελευταία κουβέντα, κάποια τυχερά δεν σε βρίσκουν για
κάτι για να δώσει ένα επιπλέον νό- να σου αλλάξουν τη ζωή. Ίσως έρ-
ημα στο μικρό ταξίδι μας. χονται μόνο για να σε μάθουν να
«Να σου πω…» ξεκίνησα, αλλά πιάνεις κουβέντα. Και κάπου εκεί,
εκείνος με πρόλαβε. άρχισα το τραγούδι.
«Το ξέρω. Να, πάρε πίσω τον ανα- Είμαι τσιγάρο λαϊκό,
πτήρα σου. Στα αλήθεια πίστεψες αχ και 'σύ γουστάρεις Άσσο,
ότι ένας μανιώδης καπνιστής σαν μα πριν ανάψεις τη φωτιά,
εμένα δεν έχει δεύτερο αναπτήρα (αχ, να πας έπρεπε πάσο)*.
ή έστω, σπίρτα;».
Τον κοίταξα με απορία στο βλέμμα.
«Στον επιστρέφω. Για τα τυχερά»,
είπε. «Μπορεί να μην ήρθαν ακόμα *Στίχοι: Απόστολος Καλδάρας. Τραγούδι: Τσιγάρο
λαϊκό (φωνογραφήθηκε το 1952), με τη Σωτηρία
αλλά δε χάθηκε ο κόσμος! Κάπου Μπέλλου και τη συνοδεία των Αθανάσιου Ευγενι-
κού και Απόστολου Καλδάρα.

