Page 39 - mag124
P. 39

του Ειρηναίου Μαράκη











               Αγίου  Χριστόφορου  που  στόλιζαν                     λοι και στην αντίθετη κατεύθυνση
               το ταμπλό, αλλά κρατήθηκα.                            έρχονταν  τρεις  κοπελιές  και  μάς

               «Εδώ  είμαι,  παρών»  απάντησα                        έκαναν  κίνηση.  Ζήτησαν  αν  έχου-
               βιαστικά,  λες  και  μου  ζήτησε  να                  με αναπτήρα, μα καθώς ήμασταν

               κάνω δήλωση παρουσίας στο μά-                         άντρες  στο  σώμα  και  στο  μυαλό
               θημα.                                                 παιδιά, απαντήσαμε ότι δεν καπνί-

               Γέλασε,  και  φάνηκε  μια  κίτρινη                    ζουμε  και  έτσι,  χάσαμε  τη  γνωρι-
               οδοντοστοιχία  κι  ένα  δόντι  που                    μία».

               έλειπε, και ρώτησε:                                   Έπεσε  σιωπή  αλλά  για  λίγο.  Από
               «Φωτιά. Έχεις;»                                       κάπου  μακριά  ακούγονταν  βρο-

               Και πριν προλάβω να του πω «Δεν                       ντές.
               καπνίζω», άνοιξα την τσέπη πάνω                       «Να, αυτό θυμήθηκα» είπα και τέ-

               αριστερά  στο  μπουφάν  και  του                      ντωσα λίγο τα πόδια μου που είχαν
               έδωσα.  Άναψε,  σιγά  και  σχεδόν                     αρχίσει να μουδιάζουν. Ο οδηγός,

               τελετουργικά,  με  το  ένα  χέρι  στο                 με το τσιγάρο κολλημένο στη γω-
               τιμόνι  –και  το  φως  του  αναπτή-                   νία του στόματός του, κούνησε το                           39

               ρα αντανακλούσε πάνω στη βέρα                         κεφάλι πάνω-κάτω, λες και άκουγε
               του–  και  είπε,  μισογελώντας  και                   το πιο σοβαρό πράγμα στον κόσμο.

               μισοβήχοντας:                                         «Ε, καλά» είπε στο τέλος, αναση-
               «Σε έκοψα ότι δεν καπνίζεις».                         κώνοντας  λίγο  τον  ώμο  «όλοι  χά-

               Κάπου εκεί άνοιξε η κουβέντα.                         σαμε κοπέλες για χαζές δικαιολο-
               «Ναι, ισχύει. Έχω» διηγήθηκα «τον                     γίες.  Άμα  καθόταν  η  δουλειά,  θα

               αναπτήρα  για  τα  τυχερά.  Μα  τα                    καθόταν. Μην το ψάχνεις».
               τυχερά  δεν  έρχονται  ποτέ  κι  έτσι                 Δεν  άντεξα  και  τον  κοίταξα.  Είχε

               από τσέπη σε τσέπη τον μεταφέρω                       αυτή την ανησυχητική ηρεμία του
               μπας και...»                                          ανθρώπου  που  έχει  ζήσει  δυο-

               «Αλλά  με  αναπτήρα»  με  διέκοψε                     τρεις καταστάσεις παραπάνω από
               «δεν γάμησε κανείς, αδερφέ» και                       σένα και ξέρει πως ο ουρανός δεν

               χαμογέλασε ξανά.                                      θα  πέσει  να  τον  πλακώσει,  ούτε
               Συνέχισα  απτόητος  –  ποιος  εγώ,                    όταν βρεθεί με σκασμένο λάστιχο

               που με το ζόρι ανοίγω το στόμα μου                    στη μέση της νύχτας ούτε όταν του
               ακόμα και για να επικοινωνήσω με                      τύχει καμιά στραβή στο σπίτι ή στη

               τους δικούς μου ανθρώπους.                            δουλειά. Τράβηξε κι άλλη μια ρου-
               «Μια φορά, άκου ιστορία, είχαμε                       φηξιά,  πιο  βαθιά  αυτή  τη  φορά,

               βγει βόλτα στο λιμάνι τέσσερις φί-                    και το αυτοκίνητο γέμισε ξανά με
   34   35   36   37   38   39   40   41   42   43   44