Page 40 - mag124
P. 40

ΜΙΚΡΟΚΕΙΜΕΝΑ



                     ΛΑΪΚΟ ΤΣΙΓΑΡΟ






               καπνό.                                                «Μια κουβέντα. Όχι φωτιά. Φωτιά
               «Εσύ;»  τον  ρώτησα,  περισσότερο                     είναι  η  δικαιολογία.  Η  κουβέντα

               γιατί είχε αρχίσει να μού αρέσει η                    είναι  το  ζητούμενο.  Γουστάριζαν
               κουβέντα και φοβόμουν να μείνω                        τη φάση να μιλήσουν με δυο τρεις

               σιωπηλός  παρά  από  πραγματικό                       άντρες της ηλικίας τους».
               ενδιαφέρον «Έχεις χάσει καμιά ευ-                     Δεν απάντησα.

               καιρία;»                                              «Πες μου» ρώτησε ανυπόμονα «Τα
               Γέλασε  τόσο  δυνατά  που  νόμιζα                     λέω καλά, τα εξηγώ ωραία;»

               ότι θα του πέσει το τσιγάρο μέσα                      Το  είπε  και  κάπως  σταμάτησε  ο
               στα πόδια.                                            χρόνος.  Ή  μάλλον,  σταμάτησαν

               «Εγώ;  Εγώ,  αδερφέ,  είμαι  οι  χα-                  όλα  εκτός  από  τους  υαλοκαθαρι-
               μένες ευκαιρίες ολόκληρες. Με το                      στήρες που συνέχιζαν να χτυπάνε

               τσουβάλι.  Δε  θυμάμαι  καμιά  συ-                    τον ρυθμό τους, μπρος-πίσω, σαν
               γκεκριμένη,  μου  έχουν  γίνει  ένα                   να μας μετρούσαν.

               πράγμα,  σαν  τα  αποτσίγαρα  που                     «Μια  κουβέντα»,  επανέλαβα,  ψι-
   40          μαζεύονται στο τασάκι και δεν ξε-                     θυριστά.  «Ναι.  Ναι,  μάλλον  έχεις

               χωρίζεις ποιο είναι από ποιο πακέ-                    δίκιο».
               το».                                                  Εκείνος  έσβησε  το  τσιγάρο  στο

               Γύρισα απότομα το κεφάλι στο πα-                      τασάκι και άναψε άλλο. Σε δευτε-
               ράθυρο, έτσι για να σκεφτώ. Έξω                       ρόλεπτα  το  αυτοκίνητο  ξανάγινε

               συνέχιζε να βρέχει λες και κάποιος                    θολό. «Και τώρα; Μιλάς;» με ρώ-
               εκεί  πάνω  έκανε  γενική  καθαριό-                   τησε. «Τώρα μιλάω», του απάντη-

               τητα στην πόλη. Η ζάλη είχε υπο-                      σα. «Λίγο. Όσο μπορώ».
               χωρήσει κάπως και τώρα άρχιζα να                      Χαμογέλασε, ένα χαμόγελο κουρα-

               νιώθω εκείνο το περίεργα μελαγ-                       σμένο αλλά τίμιο. «Ναι, καλό αυτό.
               χολικό  ζέσταμα  στο  στήθος  που                     Μα να μιλάς λίγο. Η πολλή ομιλία

               έρχεται όταν λες περισσότερα απ’                      χαλάει τον άνθρωπο. Αλλά η αφω-
               όσα  συνηθίζεις.  Και  από  όσα  θα                   νία… τον σακατεύει».

               ήθελες.                                               Δεν του είπα τίποτα. Δεν χρειαζό-
               «Να  σου  πω»  μου  έκανε  ύστερα                     ταν.  Ήξερε.  Οι  ταξιτζήδες  ξέρουν

               από λίγο, με μια σοβαρότητα που                       για σένα, πριν από σένα. Να το θυ-
               με τάραξε. «Όταν οι κοπέλες εκεί-                     μάσαι αναγνώστη μου. Συνεχίσαμε

               νες  σας  ζήτησαν  φωτιά,  ξέρεις  τι                 τη διαδρομή μας. Ο δρόμος άνοιγε
               θέλανε;»                                              μπροστά, βρεγμένος, στολισμένος

               «Τι;» ψέλλισα.                                        με  τα  πορτοκαλί  χριστουγεννιάτι-
   35   36   37   38   39   40   41   42   43   44   45