Page 71 - mag131
P. 71
της Mιμίκας Μαντά
Τα μαγαζιά κλειστά.
Βρήκα ανοιχτή την πόρτα μιας πολυ-
Εγώ έμεινα στην πόλη. Ο τρόμος κατοικίας. Ανέβηκα μέχρι τον τρίτο
με είχε κυριεύσει, αλλά μια δυνατή όροφο. Στο τραπέζι πιάτα με φαγητό
φωνή μου έλεγε να μην εγκαταλεί- ξερό σαν χώμα. Ένα παιδικό ποτήρι.
ψω την ελπίδα. Κανένας άνθρωπος. Απουσία.
Κάτι μου φώναζε να μην υποκύψω Πόνεσα περισσότερο.
στις προσταγές κάποιων ισχυρών,
που είχαν κάνει τον πόλεμο παιχνίδι
αδιαφορώντας για τους ανθρώπους. Κατέβηκα τρέχοντας στην αλάνα.
Έριξα τα τελευταία ψίχουλα στο
Άλλωστε δεν ήξερα που να πάω. Το χώμα.
άγνωστο ήταν πάντα μια πρόκληση. Τα περιστέρια μαζεύτηκαν γύρω
Ονειρευόμουν να δω άλλους, δια- μου χωρίς φόβο. Ένοιωθα πως με
φορετικούς τόπους. Ήθελα όμως να τριγύριζαν φίλοι.
τους επισκεφθώ γαλήνιος, ανοιχτός Ένα ράμφος τσίμπησε το χέρι μου. 71
κι ελεύθερος. Όχι διωγμένος από Μετά άλλο ένα.
τον τόπο μου. Όχι αποδεχόμενος τη Είναι τα φιλιά τους, σκέφτηκα.
βία.
Ζεστά σώματα γύρω μου. Καρδιές,
Έμεινα στη μικρή μου πόλη. ζωντανές.
Ένα περιστέρι ανέβηκε στον ώμο
Κάθε πρωί κατέβαινα στην διπλανή μου. Ζεστό. Ελαφρύ. Η καρδιά του
αλάνα. Κάποτε ήταν ένα μικρό πάρ- χτυπούσε γρήγορα.
κο που παίζαμε. Η δική μου αργά και δυνατά.
Έβαζα λίγο ξερό ψωμί στις τσέπες.
Η καταθλιπτική ατμόσφαιρα μ’ έκανε
Τα περιστέρια με περίμεναν. Πεινα- να νοιώσω ξένος. Ξένος και μόνος.
σμένα. Ήρεμα. Ένα λάθος μέσα σε έναν αλλόκοτο
Πιο ανθρώπινα από τους ανθρώ-
πους. Αισθάνθηκα πως με πλησί- και σκληρό κόσμο
αζαν με αγάπη, ενώ, πάντα έψαχνα
αγάπη σε ανθρώπους… Το βράδυ έμεινα στην αλάνα. Κοι-
Έτρωγαν γύρω μου χωρίς καχυπο- μήθηκα μαζί τους.
ψία. Δεν μιλούσαν για αύριο. Δεν ξαναγύρισα στο σπίτι.

