Page 72 - mag124
P. 72
ΜΙΚΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
Γαλάζιο φως
Υπάρχουν μνήμες που έρχονται κα- χρυσές κορδέλες, που ξεπηδούσαν
θαρά, όπως η φωνή κάποιου που σε κάθε χρόνο σαν μνήμη από το χαρτό-
φωνάζει με τ’ όνομά σου από μια άλλη κουτο- εκείνη δεν θυμάται τίποτα απ’
εποχή. Κι άλλες που επιστρέφουν θο- αυτά ολοκάθαρα. Λες και ο κόσμος
λές, σαν να τις χτυπάει το φως απ’ την αποφάσιζε να κρατήσει μόνο τα ουσιώ-
ανάποδη και δεν μπορείς να ξεχωρί- δη. Το χέρι του πατέρα της, πώς κρα-
σεις πού τελειώνει η εικόνα και πού τούσε το καλώδιο με εκείνη την προσε-
αρχίζει η επινόηση. κτική βαρύτητα που έχουν οι άνθρωποι
Εκείνη όμως, έχει μία θύμηση που δεν όταν αγγίζουν κάτι εύθραυστο. Το πρό-
χρειάζεται ξεκαθάρισμα. σωπο της μητέρας της σκυμμένο πάνω
Είναι πάντα ίδια, πάντα ζωντανή, πάντα από μια μικρή γυάλινη μπάλα. Αυτές οι
αναμμένη. εικόνες υπάρχουν, αλλά σαν αποτυπώ-
Ένα γαλάζιο φως. ματα. Ξέρεις ότι κάποτε ήταν ολόκλη-
72 Το σπίτι όπου μεγάλωσε ήταν μια μονο- ρες, αλλά τώρα σώζεται μόνο ένα ίχνος.
κατοικία με μεγάλη πρόσοψη και έναν Εκείνο, όμως, δεν έγινε ποτέ ίχνος.
κήπο με πολλά δέντρα. Τα παράθυρα Το γαλάζιο φως.
ήταν μεγάλα. Ήταν μια σειρά μικρά μπλε λαμπάκια,
Το ξύλινο πάτωμα είχε εκείνον τον ήχο στο κάτω μέρος του δέντρου. Όλοι τα
της παλιάς οικειότητας, μια γλώσσα θεωρούσαν ασήμαντα -ούτε λαμπε-
που μιλούν τα σπίτια μόνο με τα παιδιά. ρά σαν τα χρυσά, ούτε χαρμόσυνα σαν
Κάθε Δεκέμβρη, το σπίτι έμπαινε σε τα κόκκινα. Είχαν κάτι ψυχρό, σχεδόν
μια αργή μεταμόρφωση. Οι μεγάλοι απόμακρο. Κανείς δεν τα πρόσεχε. Κα-
ήταν πολύ απασχολημένοι με τα «πρέ- νείς δεν τα διάλεγε. Κι όμως, αυτά έμε-
πει» των γιορτών. Εκείνη το αντιλαμ- ναν αναμμένα όταν όλα τα άλλα σβήνα-
βανόταν στην ατμόσφαιρα. Ένοιωθε νε.
μια λεπτή μετατόπιση στον χρόνο, σαν Το βράδυ, όταν το σπίτι ησύχαζε, εκεί-
να κουρδιζόταν κάτι μυστικό. Στα χέρια νο το γαλάζιο φως απλωνόταν στον δι-
της μητέρας της, στα φώτα της κουζί- άδρομο. Δεν φώτιζε δυνατά. Ήταν μια
νας που θαμπώνανε νωρίτερα, στην παρουσία χωρίς σώμα. Ένας ψίθυρος
παρουσία των αντικειμένων που έλα- από χρώμα. Ένα βάθος που δεν ήξερες
μπαν αλλιώς. Κάθε τι έπαιρνε μια άλλη από πού πηγάζει.
βαρύτητα. Στεκόταν συχνά στην πόρτα του δωμα-
Ήταν κοπελίτσα. τίου της, σχεδόν άκαμπτη, σαν να έπρε-
Τους άρεσε να στολίζουν. Και όμως πε να μείνει απολύτως ακίνητη για να
-παρά τα στολίδια, τις μπάλες και τις μην το διαλύσει. Το γαλάζιο φως έπε-

