Page 71 - mag129
P. 71

«Εις τον τόπον μας δεν αρκεί να γνωρίζη να γράφη κανείς,

                       πρέπει να γνωρίζουν και οι άλλοι να διαβάζουν.»

                                                                          Δημήτριος Καμπούρογλου




                                                         ΙΩΑΝΝΑ ΚΑΡΥΣΤΙΑΝΗ

                                                         ΨΙΛΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ

                                                         Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ




                                                         Το βρόμικο κόλπο, να ξεχάσεις μόνον τα
                                                         άσχημα αλλά να θυμάσαι τα ωραία, δεν πε-
                                                         τυχαίνει, η μνήμη διεκδικεί τα νόμιμα, δηλα-

                                                         δή όλα ή τίποτε, δηλαδή ας μείνει κάποιος να

                                                         θυμάται, να θυμάται και τα ψιλά γράμματα.
                                                         Υπάρχουν κάμποσα που αλίμονο αν τα θά-
                                                         ψει κι αυτά ο νους, δεν πρόκειται για φαντα-

                                                         χτερά ενσταντανέ και σκατοπασαλειμμένες

                                                         αναμνήσεις, πρόκειται για άυλα τιμαλφή. Ευ-
                                                         τυχώς ο εγκέφαλος του Μιχάλη Τσιούλη τα
               είχε κλειδώσει και ασφαλίσει.

               Δεν είμαι υποχρεωμένος να μην ονειροπολώ, είπε, ούτε ντε και καλά να αι-                                         71

               σιοδοξώ και να ευτυχώ, αφού όλα πιο ρηχά, ούτε μύχια της ύπαρξης, ούτε
               γιε μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, ούτε πού έδυ σου το κάλλος.
               Δοκίμασα, συνέχισε, να αρκεστώ στο μικρομεσαίο μου μερτικό καθημερι-

               νότητας, να μοιάσω με την πλειοψηφία των πιο νορμάλ, να γίνω και λίγο

               ζαμανφουτίστας, όμως δεν μου είπε πολλά η πραγματικότητα, δεν ήξερα πώς
               να κινηθώ άνετα σ’ αυτήν.
               Η νύχτα στο θρόνο της, με το αεράκι να περιοδεύει σε όλο το λεκανοπέδιο,

               σε όλο τον κόλπο του Σαρωνικού και τα άστρα ψηλά να σπιθίζουν ακατά-

               στατα, να κάνουν του κεφαλιού τους.
               Τύχη αγαθή, ο Τσιούλης είχε ιδεί το φεγγάρι σε πενήντα, μπορεί και παρα-
               πάνω, παραλλαγές. Ολόχρυσο. Ασημένιο. Άσπρο, πελώριο και οριζοντιω-

               μένο σαν αιώρα. Χορτάτο μωρό να αποκοιμιέται στην αγκαλιά ενός κοκκι-

               νωπού σύννεφου. Αγέρωχο και ανοξείδωτο να κοντρολάρει την έξαρση της
               νύχτας. Απόψε δε, μπλαβογκριζοκίτρινο σαν τα μάτια σου, χαζομηχανικέ,
               κατά τη Σαλονικιά νοσηλεύτρια, κάποτε.
   66   67   68   69   70   71   72   73   74   75   76