Page 69 - mag 127
P. 69
της Mιμίκας Μαντά
Η μητέρα έτρεχε από δωμάτιο σε δω- στα πιατάκια. Ο γνωστός ήχος του «κα-
μάτιο. Τακούνια, φωνές, οδηγίες. λού σαλονιού». Χαμόγελα, σχόλια και
Εγώ καθόμουν στην άκρη του κρε- ψεύτικες ευγένειες.
βατιού, με το κοντό μου μαλλί ακόμα Έξω, ο ήλιος με τύφλωσε για λίγο.
υγρό απ’ το ντους, φορώντας το λινό Ένιωσα τη ζέστη να με αγκαλιάζει σαν
πουκάμισο που αγαπώ και το παντε- κάτι δικό μου, παλιό και ξεχασμένο.
λόνι που δεν εγκρίνει κανείς τους. Περπάτησα αργά, χωρίς προορισμό.
Η μητέρα μπήκε, κρατώντας μια στοί- Τα δέντρα είχαν πάρει μια απόχρω-
βα ρούχα. ση χαλκού, τα φύλλα θρόιζαν απαλά.
– «Έλα, βάλε αυτό το φόρεμα. Το μπλε. Κάθε ανάσα έμοιαζε με λύτρωση.
Θα ’ρθει η θεία Κατίνα, η κυρία Νίνα, Στο απέναντι πεζοδρόμιο, μια γυναίκα,
οι φίλες μου απ’ το σύλλογο. Δεν είναι πότιζε τα λουλούδια της. Το νερό έπε-
σωστό να μην κατέβεις.» φτε πάνω στα φύλλα και γυάλιζε. Ένα
– «Μητέρα, δε θα έρθω.» παιδί γελούσε στο πάρκο, κυνηγώντας
– «Πάλι τα ίδια! Τι θα πουν οι άνθρω- ένα περιστέρι. Όλα ήταν τόσο απλά, κι
ποι;» αληθινά. Σκέφτηκα τη μητέρα μου, τις 69
– «Ότι θέλουν. Εγώ δεν τους αντέχω.» φίλες της, το σαλόνι, τα σεμέν. Ένιω-
– «Μα είναι οικογένεια!» σα λύπη, όχι οργή. Λύπη για εκείνες
– «Είναι. Αλλά δε με βλέπουν. Μόνο με που ζουν χωρίς να ανασαίνουν. Που
κρίνουν.» μιλούν για να κρύψουν τη σιωπή τους.
Η μητέρα έμεινε για λίγο σιωπηλή. Το Εγώ δεν ήθελα πια να κρύβομαι.
βλέμμα της αιχμηρό, γεμάτο απορία, Αυτή είμαι. Με τα κοντά μου μαλλιά,
ίσως και φόβο. με τις λάθος ή σωστές επιλογές μου,
– «Τι σου έκαναν πια;» με τις αναζητήσεις μου, με τα ρούχα
– «Τίποτα. Απλώς μιλούν πολύ. Και δε που αγαπώ, με τα φώτα και τα σκοτά-
νιώθουν τίποτα.» δια μου.
Σιωπή. Μόνο το ρολόι να μετράει τον Περπάτησα ώσπου ο ήλιος χαμήλωσε.
χρόνο, σαν να μετρούσε τις γενιές που Ένιωθα κάθε βήμα να με φέρνει πιο
χάνονται μέσα στα «πρέπει». κοντά σ’ «εμένα».
Πήρα την τσάντα μου. Κάπου μέσα μου ακούστηκε μια φωνή,
- «Φεύγω, μητέρα.» καθαρή, χωρίς φόβο:
- «Μα, έχουμε κόσμο!» Δεν θα ζητήσω άδεια για να υπάρχω.
- «Ακριβώς γι’ αυτό.» Ένα σύννεφο είχε πάρει σχήμα φτε-
Κατέβηκα τη σκάλα. Πίσω μου άκουσα ρού. Ίσως αυτό να ήταν η ελευθερία
τις πόρτες να ανοίγουν, τις φωνές να -όχι κάτι μεγάλο- μα κάτι ήσυχο και
πληθαίνουν, τα φλιτζάνια να χτυπούν φωτεινό.

