Page 45 - mag_126
P. 45
l
του Aλέξανδρου Αραμπατζή
l Ο Αλέξανδρος Αραμπατζής γεννήθηκε στη Δράμα το 1961. Σπούδασε νομικά στην
Αθήνα. Ζει και εργάζεται ως δικηγόρος στη Δράμα. Λογοτεχνικά και κριτικά κείμενά
του έχουν δημοσιευθεί σε πολλά περιοδικά ("Διαβάζω", "Μανδραγόρας", "Λέξη",
"Παρέμβαση", κτλ) ενώ συγκαταλέγεται στους τακτικούς εισηγητές του Συμποσίου
Ποίησης στην Πάτρα. Είναι πατέρας δύο παιδιών.
Το βράδυ πάλι, κάποιο άγνωστοι φως του ήλιου, ένας πραγματικός
τύποι, χωρίς να γίνονται αντιλη- άγγελος. Αγκάλιασε τη μητέρα μου
πτοί, μαζεύανε τη σημαία και κά- με πάθος, φιληθήκανε με πάθος και
που την κρύβανε. Μερικές φορές χαθήκανε στο βάθος του κάστρου.
ακουγόταν από μέσα ένα ρυθμικό Ένιωσα μια απίστευτη ταραχή κι
βουητό, σαν μακρινό πολεμικό εμ- έναν απερίγραπτο φόβο.
βατήριο που καλούσε σε πόλεμο. Μετά από μια ώρα περίπου η μητέ-
Άλλοτε πάλι, ακούγονταν ψίθυ- ρα μου επέστρεψε, αλλά εγώ δεν
ροι, βόγγοι, αναθεματισμοί, κλαγ- τολμούσα ν' αρθρώσω λέξη. Το
γές όπλων, βλαστήμιες, αλλά πά- μεσημέρι στο τραπέζι πρόσεξα πως
ντα σε ακαταλαβίστικες γλώσσες. η μητέρα μου ήταν πανέμορφη, σαν
Κανείς δεν τολμούσε να πλησιάσει πριγκίπισσα, και ο πατέρας μου,
το κάστρο, που καθώς λέγανε οι ένας απλός γκαραζιέρης, κοντός
χωρικοί ήταν στοιχειωμένο. Εγώ, και κακάσχημος. 45 45 45
όμως, σαν παιδί δεν ήμουν γενικά Ήμουν αρκετά ανόρεχτος και ο πα-
ο τύπος του φοβιτσιάρη που τρέ- τέρας μου το πρόσεξε.
μει τη σκιά του και πολλές φορές
πλησίασα το κάστρο. Αλλά η πόρτα - Τι συμβαίνει, μικρέ; ρώτησε.
του ήταν αμπαρωμένη με τόσο χο- - Πατέρα, ρώτησα, υπάρχουν ιππό-
ντρές κλειδαριές, τουλάχιστον για τες στην εποχή μας;
μένα τον μικρούλη, που ήταν αδύ- - Όχι, βέβαια, κουτέ, απάντησε.
νατο να μπω μέσα. - Μητέρα, ρώτησα, εσύ τι πιστεύ-
Εκείνο όμως που πρόσεξα είναι ότι εις;
και η μητέρα μου δεν φοβόταν να - Α, φαντάζομαι, είπε η μητέρα,
πλησιάσει το κάστρο. Πάντα φρό- πως οι ιππότες ξέρουν να ιππεύ-
ντιζε να απλώνει την μπουγάδα της ουν θαυμάσια.
στο πίσω μέρος του κάστρου, εκεί - Μα γι' αυτό και λέγονται ιππότες,
όπου κανείς δεν την έβλεπε. Μια κουτή, είπε ο πατέρας.
μέρα, όμως, την ακολούθησα κρυ- Το βράδυ άκουσα τη μητέρα μου
φά και με έκπληξή μου είδα έναν να ψιθυρίζει στο τηλέφωνο.
ιππότη, ένα πανέμορφο παλληκάρι - Βαλδουίνε, είπε, πρέπει να προ-
να βγαίνει από την πίσω πορτού- σέχουμε, ο μικρός μπασταρδάκος
λα του κάστρου, με την ασημένια σου φαίνεται πως μας είδε και
πανοπλία του να στραφταλίζει στο κάτι ψυλλιάστηκε.

